Επαναδημοσιευω σημερα ένα κείμενό μου, του 2007, από το περιοδικό ΝΟΜΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΛΟΣ για να μεταφέρω μια εικόνα από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ με τα μάτια του γνωστού συναδέλφου Προεισπράτογλου, (χρήσιμο ενόψει των επερχόμενων εκλογων ΔΣΑ)

Στο Δ.Σ

Όσην ώρα περίμενε, την ματιά του είχε τραβήξει ο πίνακας που δέσποζε στον απέναντι τοίχο, ακριβώς επάνω από την κεντρική δερμάτινη πολυθρόνα. Η χρυσόγλυπτη κορνίζα από μόνη της αρκούσε να γεμίσει τον χώρο, πόσο μάλλον το έργο. Ο καλλιτέχνης είχε πετύχει να αποδώσει την σοβαρότητα που άρμοζε στο θέμα. Εξάλλου, δεν πρέπει να ήταν δύσκολο, σκέφτηκε. Την εποχή της επαγγελματικής μας αίγλης, αρκούσε η αναφορά της ιδιότητος και ο σεβασμός περίσσευε στα μάτια των ανθρώπων, αρκούσε μια δημόσια παρέμβαση και η κοινωνία υπάκουε.

Ακριβώς από κάτω, απλώνοταν απ’άκρη σ’άκρη, το μακρύ τραπέζι των συνεδριάσεων. Αν και είχε βρεθεί εμπρός του κι άλλες φορές, σήμερα πρόσεξε τη διαφορά από όσα άλλα τραπέζια θυμόταν. Έδειχνε φτιαγμένο μονοκόμματο, χωρίς ενώσεις, έμοιαζε να προηγήθηκε στο χώρο και μετά να χτίστηκαν γύρω απ’αυτό οι τοίχοι. Σαν τη ψυχή που περιβάλλεται απο το σώμα και παραμένει ανέπαφη και ζωντανή στο πέρασμα του χρόνου.

Έσυρε τη βαριά, πολυκαιρισμένη κουρτίνα και διέσχισε την αίθουσα, παράλληλα με το τραπέζι και σταμάτησε μπροστά του. Η θητεία του, για περισσότερο από σαράντα χρόνια Διευθυντής, δεν άφηνε καμμία αμφιβολία ότι όλοι οι επισκέπτες αυτού του χώρου, θα τον αναγνώριζαν. Με το ανάλογο της θέσης του, ύφος τον καλωσόρισε: – Αξιότιμε κ. συνάδελφε, σε τι οφείλουμε την τιμή της επίσκεψής σας;

Εξωτερικεύοντας κάθε συναισθηματική συστολή, αφού για πρώτη φορά ένιωθε την ανάγκη να μοιραστεί με τους εκπροσώπους του κλάδου, μία σημαντική καταγγελία σε ένα μείζον θέμα, του εξήγησε το λόγο της παρουσίας του στον Σύλλογο. – Δεν έχετε λοιπόν παρά να περιμένετε και σε λίγη ώρα θα ξεκινήσει η συνεδρίαση, τον καλησπέρισε και εξαφανίστηκε, μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικα, στο βάθος του διαδρόμου.

Από κεί έρχονταν γνώριμες φωνές, να συζητούν δυνατά. Αναγνώρισε εύκολα την χροιά έμπειρων συνδικαλιστών και την μετριοπάθεια στο λόγο των νεοτέρων. Από την αρχή στο επάγγελμα αυτό, είχε μάθει να σέβεται αυτούς που τον εκπροσωπούν. Ποτέ δεν αμφέβαλε για την προσφορά τους και σχεδόν πάντα υπερασπιζόταν την παρουσία τους σε αυτήν την αίθουσα, απέναντι σε όποιον την λοιδωρούσε.

Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα των επισκεπτών, σφίγγοντας στα χέρια του μαζί με την καταγραφή του προβλήματος και τις προτάσεις για την επίλυσή του και περίμενε να ακουστεί αμέσως μετά τα υπηρεσιακά σύμφωνα με τον κώδικα του συμβουλίου.

Ο Πρόεδρος, αγέρωχος και αυστηρός, μπήκε τελευταίος στην αίθουσα, κρατώντας μια στοίβα από χαρτιά, γεμάτα υπογραφές και μεγάλες ιδέες. Αυτόν τον Πρόεδρο τον εμπιστευόταν, δεν ήξερε ακριβώς τον λόγο, ήταν κάτι που έβγαινε από μέσα του, ένα συναίσθημα αναγνώρισης, κόντρα στις συνήθειες των καιρών για αμφισβήτηση των πάντων. Δεν χρειάστηκαν, παρά μόνο λίγα λεπτά για να καταληφθεί από ένα περίεργο συναίσθημα απρόσμενης έκπληξης, συνοδευόμενο με την δέουσα ταραχή.

Αποσβωλομένος από τα διαδραματιζόμενα, παρακολούθησε μερικές αψιμαχίες σε θέματα διαδικαστικά και επί προσωπικού, τα οποία, στον βωμό της ελεύθερης έκφρασης απόψεων και ιδεών, κάλυπταν κάθε προσπάθεια αναζήτησης λύσεων σε ουσιαστικά προβλήματα. Εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες και συνεχείς ψηφοφορίες για ήσσονος σημασίας θέματα, με σκοπό μόνο την κατάδειξη της θέσης του ισχυρότερου και την στοίχιση δυνάμεων προς ίδιον όφελος.

Άκουσε διάλογους ηρωικούς, ιδέες απραγματοποίητες, φωνές υστερίας και ήχους σιωπής. Είδε καφέδες να περνούν, μάχες να χάνονται, χέρια να κουνιούνται απειλητικά. Ένιωσε το πάθος, την αγωνία, την προσμονή. Ξεχώρισε κάποιες φωνές στην γενική βοή, παρασυρμένες δυστυχώς από τον χείμαρρο της απεραντολογίας του ασήμαντου, να σβήνουν στον ορίζοντα, σαν μικρά άστρα που παραδίδονται αμαχητί στο πρώτο φως της μέρας.

Του θύμιζε ορχήστρα που αγνοούσε τους θεατές και απαξίωνε τον μαέστρο της, έβγαζε έναν ήχο φάλτσο και άρρυθμο, δίχως ομαδικότητα, δίχως προοπτική και αποτελεσματικότητα. Ο χρόνος πέρασε ανεπιστρεπτί και σε βάρος του, η σημαντική καταγγελία θα έπρεπε να περιμένει.

Από πάνω τους στεκόταν ο πίνακας αμίλητος. Μαύρες ρεντιγκότες και λευκές γενειάδες γύρω από το ίδιο τραπέζι, συνομιλούσαν έντονα και με εκφραστικές κινήσεις των χεριών ενέπνεαν στον ανυποψίαστο θεατή το πάθος και την ένταση της συζήτησης.

Πράγματι, κ. Προεισπράτογλου, διέκοψε την σκέψη του, η γνώριμη φωνή του Διευθυντή, ο οποίος τον παρατηρούσε από την αρχή, και εγώ, κοιτώντας τον πίνακα, αναλογίζομαι εκείνη την σπουδαία εποχή, κατά την οποία τα αυτονόητα του σήμερα, αποτέλεσαν έμπνευση αγώνων και αντικείμενο προσωπικών θυσιών κάποιων συναδέλφων μας σε αυτή την αίθουσα.

Το δυσπιστο ύφος του, τον ανάγκασε να συνεχίσει με πιό διδακτικό λόγο:

Ευκόλως δύναμαι να διακρίνω, ότι αντικρύζετε την εικόνα του Συμβουλίου Διοίκησης των Δικηγόρων από εσφαλμένη πλευρά. Ασφαλώς, πρόκειται για το ίδιο θέαμα, το οποίο παραμένει αναλλοίωτο διαχρονικά. Εμπεριέχει προφανώς την προσπάθεια κάποιων να εργασθούν για το κοινό καλό. Με διαξιφισμούς και αντιγνωμίες, συνδικαλιστικούς συμβιβασμούς και προσωπικές αντιθέσεις. Παρεκλίνοντες ενίοτε και συγκλίνοντες σπανίως. Αλλά, να είσθε βέβαιος, ότι πάντα σε αυτήν την αίθουσα, αυτό που κυριάρχησε ήταν ο κοινός σκοπός για την βελτίωση του επαγγέλματός μας, ανεξάρτητα μέσων και μεθόδων και κατά ένα μεγάλο μέρος έχει επιτευχθεί χάριν σε αυτούς. Καλό σας βράδυ συνάδελφε και σας περιμένουμε στο επόμενο συμβούλιο…

Μάης 2007

Θανάσης Παυλόπουλος

Δικηγόρος – Σύμβουλος ΔΣΑ

Advertisements