20110729-150143.jpg

Σας αποχαιρετώ για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, τις οποίες φέτος χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με ένα αγαπημένο μου κείμενο του 2006, που προέκυψε από τις εικόνες και τα συναισθήματα σε ένα πανέμορφο ψαροχώρι του αιγιοπελαγίτικου Αυγούστου .. Καλές Διακοπές σε όλες και όλους

Το Θαύμα

Η συνήθεια της καθημερινότητας είχε ήδη αρχίσει να δίνει τη θέση της στη θερινή ραστώνη και την απέριττη ανεμελιά του γαλάζιου φόντου. Μπροστά του ξεχείλιζε ένα κράμα πελαγίσιας βουής και σιωπής μαζί, να σπάει στην ανίκητη πέτρα του Αιγαίου, μια ταραχή της φύσης που κρατάει αιώνες, προσφέρει ζωή, πάει και γυρίζει και απλώνεται ίσα με τον ορίζοντα.

Ακούμπησε τον βράχο και βρήκε στήριγμα γερό, αθάνατο και απόξενο. Το ριχτό πουκάμισο του γέμιζε και άδειαζε τον κρύο άνεμο και έμοιαζε σαν πανί δουλεμένο, γαλέρας, που έψαχνε τα ίσα του να πάει με τον καιρό. Έπιασε τραμουντάνα λέγανε οι παλιοί και κλείνονταν στ’αμπρί για μέρες, τέτοιες συνθήκες που άλλους τους τρομάζουν, αυτόν τον έθελγαν και κάθε τέτοια περίοδο τ’ Αυγούστου, έβρισκε εκεί απλόχερα την ησυχία του νου, τη φάτνη της αναγέννησής του.

Δεν είχε ανάγκη διακοπές πολυτελείας και προτίμησε αυτό το μικρό ψαροχώρι στην άκρη του πουθενά, να νιώθει την αλμύρα να καίει το κορμί του και τον ζωοδότη βοριά να διώχνει τις σκέψεις που τον ταλάνισαν τόσους μήνες. Τα απογεύματα έσερνε μία ψάθινη καρέκλα από το καφενείο και καθόταν στην άκρη του ξεχασμένου από τα χρόνια μώλου, χαζεύοντας για ένα μοναδικό δίλεπτο, τον ακούραστο βασιλιά Ήλιο να αποχαιρετά με τα πιο ζεστά χρώματα της γης, την υδάτινη ερωμένη του, με την υπόσχεση να την ξαναβρεί την επόμενη μέρα, πιο άγρια και πιο ερωτική.

Στο χωριό, άλλοι τον πέρναγαν για ζωγράφο, κάποιοι για διανοούμενο ή για δάσκαλο, κανένας όμως δε γνώριζε το ψυχοφθόρο της δουλειάς του, το οποίο ξόρκιζε σε τούτα τα στενά σοκάκια και στις μυρωδιές του γιασεμιού.

Εκεί, μεσ’ στις ευωδιές, είχε βρεί φιλόξενο δωμάτιο, μικρό μα λευκό και παστρικό, μ’ένα μπαλκόνι που έβλεπε στο καρνάγιο και πέρα από κει στο απέραντο γαλάζιο. Εξάλλου δεν κουβαλούσε μαζί του πολλά πράγματα, λίγα ρούχα μόνο και ένα μικρό σημειωματάριο. Εκεί μέσα αποτύπωνε τις εικόνες και τις γεύσεις, τους ήχους και τα χρώματα, που ζούσε κάθε μέρα..

Σαν ερχόταν η μεγάλη γιορτή στα μέσα του μηνός, αρχίζαν οι ετοιμασίες. Ξεχύνονταν τα παιδιά και ασβέστωναν μάντρες και αυλές, ώστε να λάμπουν ακόμα και στο φως του φεγγαριού. Οι νοικοκυρές λάδωναν το φύλλο για τις πίτες και οι άντρες δολώναν τ’αγκίστρι με σιγουριά ότι Αυτή θα τους φέρει το πιο μεγάλο ψάρι της χρονιάς.

Παρήγγειλε τον αγαπημένο του καφέ και αναλογίστηκε ότι τα ωραία πράγματα κρατούνε λίγο, όπως και αυτός ο παράδεισος που ανακάλυψε και δεν θα τ’αποκάλυπτε το μυστικό αυτό, ποτέ και σε κανέναν.

Ανέβηκε γοργά την ανηφόρα προς τον λόφο – οι ντόπιοι τον λέγανε και βίγλα, επειδή από κει θωρούσαν κάποτε τους πειρατές – άφησε πίσω του τον δρόμο και περπάτησε προσεκτικά να μη πατήσει το διάσπαρτο θυμάρι ως τη κορφή, μέχρι να φανεί στο βάθος το νησί απέναντι, καθώς ιχνοφώτιζαν τ’ άστρα.

Ένιωσε για λίγο μόνος και λεύτερος, αυτός και ο ουρανός. Για λίγο όμως. Άκουσε πίσω του μια φωνή ολοένα να δυναμώνει και έντρομος αναγνώρισε μιά μιά τις συλλαβές που έρχονταν από μακριά και ξεχώρισε δύσκολα μια γνώριμη φιγούρα να πλησιάζει, τον Πρόεδρο του χωριού.

– Κύριε Προεισπράτογλου, μην τρέχετε, λαχάνιασα να σας φτάσω. Επιτέλους η Παναγιά μας έκανε το θαύμα και σας έστειλε σε μας εδώ, τους φτωχούς νησιώτες. Θέλουμε την βοήθειά σας και είμαι βέβαιος ότι δεν θα μας την αρνηθείτε..

Νωρίτερα, είχε αφήσει επάνω στο τραπέζι του δωματίου την ταυτότητά του και σε λίγα λεπτά το γεγονός ότι για πρώτη φορά εδώ και χρόνια επισκέφθηκε το χωριό τους ένας Δικηγόρος, είχε μαθευτεί απ’όλους, ψαράδες και πραματευτάδες, ανθρώπους της γης και του μόχθου.

Όλοι τους είχαν και κάποια ερώτηση να του κάνουν, να λύσουν μια διαφορά με τον γείτονα, να μοιράσουν τα ζώα ή να αποδώσουν ευθύνες για κάποιο σαματά προ ημερών, να χωρίσουν την πατρική κληρονομιά ή να μαλώσουν για το ζύγι στο εμπορικό.

Κάτω στην πλατεία, το θρόισμα απ’τις λεύκες, ολοένα και πιό πυκνό, αντηχούσε στους γύρω τοίχους και πνιγόταν από τον ψίθυρο, τη γνώμη, την κουβέντα, ψάχνοντας δίοδο να βγει και με τ’αγέρι να μετρηθεί, όπως χάνεται στη ψυχή τ’ανθρώπου ο πόνος που φτιάχνει το δοξάρι στα χέρια αυτού που ξέρει.

Χαμογέλασε, βλέποντας όσους τον περίμεναν. Άνοιξε δειλά το σημειωματάριο, γύρισε σελίδα και έγραψε επάνω ψηλά: «Ο παράδεισος ας περιμένει, τώρα υπάρχει δουλειά»

Αύγουστος 2006 Θανάσης Παυλόπουλος Δικηγόρος – Σύμβουλος ΔΣΑ

Advertisements